Προσωπικές στιγμές

Γεώργιος Τρυπηνιώτης και οι ενοικιάσεις της γης της Μελανδρύνας και του Αρμενομονάστηρου

Ο Γεώργιος Τρυπηνιώτης ήταν τολμηρός έξυπνος και ριψοκίνδυνος άνθρωπος με οργανωτικές και διοικητικές ικανότητες, Για πολλά χρόνια ενοικίαζε τα κτήματα της Ιεράς Μονής Μελανδρύνας μεταξύ Αγίου Αμβροσίου και Καλογραίας στα ανατολικά του χωριού και του Αρμενομονάστηρου προς τα δυτικά. Η γη της Μελανδρύνας ενοικιαζόταν μέχρι το 1960 που πραγματοποιήθηκε ο τρίτος και τελευταίος πλειστηριασμός που με τους δύο προηγούμενους κατά το 1945 και 1953 συμπλήρωσαν την πώληση όλης της γης του μοναστηριού στους κατοίκους του Αγίου Αμβροσίου και της Καλογραίας. Η γη του Αρμενομονάστηρου ενοικιαζόταν σε ενδιαφερομένους με πλειστηριασμό μέχρι και το 1974,

 

Τα πιο πάνω αγροκτήματα είχαν πλούσια γη και ήσαν ιδανικά για τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη δενδροκαλλιέργεια με μεγάλες φυτείες από χαρουπιές και ελιές. Οι εκάστοτε ενοικιαστές απασχολούσαν πολλούς ανθρώπους για τα ζευγάρια με τα βόδια, βοσκούς για τα πρόβατα και άνδρες και γυναίκες για το μάζεμα των χαρουπιών και των ελιών από τις χιλιάδες των δένδρων. Ταυτόχρονα η γυναίκα του ενοικιαστή των κτημάτων και τα παιδιά του καθώς και άλλες γυναίκες θα έπρεπε να ασχολούνται καθημερινά με το ζύμωμα, το φούρνισμα και το μαγείρεμα για τους εργάτες που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούσαν τα 50 άτομα. Όλο αυτό το προσωπικό διανυκτέρευε στα κτήματα για να είναι από νωρίς το πρωί έτοιμο για τη δουλειά. Με καλό προγραμματισμό των υπευθύνων και ευνοϊκές  καιρικές συνθήκες, αλλά και πολλή κόπο από όλους εξοικονομείτο το ψωμί της κάθε οικογένειας.

Ωστόσο με τις αντιξοότητες και το απρόβλεπτο του καιρού αλλά και τις σκόπιμες ή τυχαίες αυξομειώσεις των τιμών των προϊόντων από τους εμπόρους δεν έλειπαν και οι αναποδιές. Σε μια τέτοια χρονιά ο Γιωρκής Τρυπηνιώτης κινδύνεψε να χάσει όλη του την περιουσία. Εκείνη τη χρονιά ενοικίασε τα χαρούπια του Αρμενομονάστηρου. Ήξερε καλά τη δουλειά και μπορούσε να υπολογίσει πόσο καρπό είχαν τα δένδρα. Πριν τον πλειστηριασμό όλοι οι ενδιαφερόμενοι ενοικιαστές γύριζαν ένα-ένα τα δένδρα και υπολόγιζαν τον καρπό. Μαζεύτηκε λοιπόν ο καρπός και όπως ήταν έτοιμος για παράδοση ανακοινώθηκε ότι η τιμή προσφοράς των εμπόρων έπεσε σχεδόν στο ήμισυ. Περίμεναν για λίγο καιρό ίσως αλλάξουν τα πράγματα αλλά τίποτε. Στο μεταξύ οι επικεφαλής του μοναστηριού άρχισαν τις πιέσεις προς τον Τρυπηνιώτη για να πληρώσει τις υποχρεώσεις του διαφορετικά θα προχωρούσαν στην πώληση της περιουσίας του που είχε υποθηκεύσει ως εγγύηση.

Παρακαλούσε για παράταση ή μείωση του ποσού του ενοικίου μια και έπεσαν οι τιμές των χαρουπιών αλλά οι Αρμένηδες τίποτε. Πήρε τότε τους γνωστούς και φίλους για εξεύρεση των χρημάτων αλλά και πάλιν χωρίς αποτέλεσμα. Τα χρόνια δύσκολα και η απόγνωση στα πρόθυρα της απελπισίας. Ελπίδα από πουθενά και η οικογένεια μεγάλη με παιδιά μικρά. Χωρίς να έχει συγκεκριμένο προορισμό έβαλε λίγο ψωμί στη βούρκα του, όπως διηγόταν μετά από χρόνια σπάνια ο ίδιος σε πολύ δικούς του ανθρώπους και με δάκρυα στα μάτια και προσευχές και παρακάλια προς την Παναγία τράβηξε προς το βουνό. Σταμάτησε στο εκκλησάκι της Παναγίας της Υπάτης προσευχήθηκε και συνέχισε το δρόμο του. Πέρασε την τοποθεσία Χάλη στην κορυφογραμμή και προχώρησε ασυναίσθητα σχεδόν προς την Τρυπημένη που ήταν το χωριό που γεννήθηκε.

Μπήκε στο καφενείο και κάθισε σε μια καρέκλα αμίλητος βυθισμένος στις σκέψεις  χωρίς καν να ψηλώσει τα μάτια του προς τα πάνω. Έμεινε εκεί για αρκετή ώρα με το χέρι να υποβαστάζει την κεφαλή σκεφτόμενος συνέχεια τα παιδιά του και τη δυστυχία που τον ανέμενε. Στο μεταξύ κάποιοι μπαινόβγαιναν στο καφενείο χωρίς να αποδίδουν σημασία στον έκδηλα ταλαιπωρημένο πρώην συγχωριανό τους. Βέβαια δεν ήξεραν τίποτε για το πρόβλημα του ούτε μπορούσαν να φανταστούν. Σε κάποιο στάδιο τον πλησίασε ένας ηλικιωμένος συγχωριανός του. Τον ήξερε καλά και διαπίστωσε ότι κάτι τον βασάνιζε. Ήπιαν μαζί καφέ και τον ρώτησε. Με δυσκολία ο Γιωρκής είπε το πρόβλημα του και τις πιέσεις που δεχόταν από υπεύθυνους του Μοναστηριού. Καλοσκέφτηκε ο συγχωριανός και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα πάω εγώ τώρα σπίτι να σου φέρω ριάλια του είπε. Πράγματι σηκώθηκε πήγε σπίτι και σε λίγο γύρισε με 600 λίρες στο χέρι. Δεν ήξερε τι να πει ο Τρυπηνιώτης. Δεν πίστευε στα μάτια του. Να σου κάμω γραμμάτιο πρότεινε μετά τα ευχαριστώ που δύσκολα πρόφερε με μια φωνή που έσβηνε από τη πολλή συγκίνηση. Όχι Γιωρκή σε ξέρω καλά. Κάμε τη δουλειά σου και όποτε μπορέσεις να μου τα δώσεις.

Ο Γιωρκής πήρε τα λεφτά, που είχαν σταλεί πρόσφατα από το γιό του συγχωριανού του που διέμενε στο εξωτερικό και ξεκίνησε για τον Άγιο Αμβρόσιο. Στην επιστροφή έκανε ξανά στάση στην εκκλησία της Παναγίας της Υπάτης. Αυτή τη φορά ήθελε να ευχαριστήσει την Παναγία για τη βοήθεια. Στη συνέχεια εξασφάλισε το υπόλοιπο ποσό από άλλες πηγές και ξεπλήρωσε την υποχρέωση του στο Αρμενομονάστηρο περισώζοντας τα κτήματα του.

Η πραγματική αυτή ιστορία είχε και συνέχεια. Ο Τρυπηνιώτης έπρεπε να δραστηριοποιηθεί για να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις του. Τον επόμενο χρόνο ήλθε πάλι η μέρα του πλειστηριασμού των χαρουπιών. Πήγε και πάλιν ο Τρυπηνιώτης στη σύναξη των ενδιαφερομένων και κάθισε πίσω και παρακολουθούσε. Όλοι γνώριζαν εξάλλου ότι δεν τα πήγε καλά τον προηγούμενο χρόνο και βυθίσθηκε στα χρέη. Πήραν τις θέσεις τους οι γραμματικοί και άρχισε ο πλειστηριασμός. Όλοι έβαζαν πάνω ελπίζοντας να τους μείνει ο καρπός. Εκεί που φαινόταν να τελειώνει η διαδικασία σηκώθηκε ο Τρυπηνιώτης και πλησίασε. Έβαλε ένα ποσό και τον έκοψε άλλος. Συνέχισε με γενναιότερη προσφορά και αποτραβήκτυκαν οι υπόλοιποι πιστεύοντας μάλιστα ότι θα τον θεωρούσαν αδύναμο να καταθέσει την προκαταβολή που απαιτείτο με αποτέλεσμα να αποτραβιόταν και ντροπιασμένος μάλιστα. Άλα τρε φώναξε ο δημοπράτης στο τέλος κατακυρώνοντας την προσφορά στον Τρυπηνιώτη.

Ωραία του είπαν πάμε να υπογράψουμε τα χαρτιά και να πληρώσεις την προκαταβολή του είπαν. Δεν έχω χρήματα απάντησε ο Γιωρκής. Έτα εκεί τα παιδιά μου και πιάστε τα ενέχειρο. Ήταν εκεί μαζί του πράγματι ο Ανδρέας και ο Παναής σε μικρή ηλικία. Με το άκουσμα άλλοι άρχισαν να εκνευρίζονται και άλλοι να γελούν ειρωνικά. Πριν καλά-καλά αλληλοκοιταχτούν μεταξύ τους για να αποφασίσουν τι να κάνουν ο Τρυπηνιώτης άνοιξε τη ζώστρα της βράκας του και τράβηξε από μέσα ένα κομμάτι χαρτί. Το χαρτί ήταν εγγυητική από την εταιρεία Λανίτη. Μόλις το είδαν οι Αρμένηδες άλλαξε το βλέμμα τους. Έλα κύριε Γιώρκο έλα να πάμε από εδώ να τα κανονίσουμε του έλεγαν όλοι μαζί. Ευτυχώς τα πράγματα πήγαν καλά και ο Γιωρκής Τρυπηνιώτης ξόφλησε όλα του τα χρέη. Η ευγνωμοσύνη του για τον συγχωριανό του έμεινε για πάντα στον ίδιο και τα παιδιά του. Δεν βρίσκονται εύκολα τέτοιοι άνθρωποι.                                           

Συγγραφέας: Σάββας Ξιούρης

 
www.38i.ru